ξυλοκέρατο

ξυλοκέρατο
το бот. сладкий рожок (плод)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ξυλοκέρατο" в других словарях:

  • ξυλοκέρατο — το (ΑΜ ξυλοκέρατον) νεοελλ. ο καρπός τής ξυλοκερατιάς, το χαρούπι μσν. αρχ. η χαρουπιά, γνωστή με τη λόγια ονομασία κερωνία η έλλοβος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξύλον + κέρατον] …   Dictionary of Greek

  • ξυλοκέρατο — το καρπός της ξυλοκερατιάς, αλλ. χαρούπι: Από τα ξυλοκέρατα βγαίνει η χαρουπίνη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγριοκεράτι — το ο καρπός τής αγριοκερατιάς*, ξυλοκέρατο, χαρούπι …   Dictionary of Greek

  • κεράτιο(ν) — το (ΑΜ κεράτιον) 1. (υποκορ. τού κέρας) μικρό κέρατο, κερατάκι («γενέσθαι φυσικῶς καθ ἑκάτερον μέρος τών κροτάφων κεράτια», Διόδ.) 2. ο καρπός τού δέντρου κερωνία, δηλ. το ξυλοκέρατο, το χαρούπι («ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῡ ἀπὸ τῶν… …   Dictionary of Greek

  • κούτσουπο — το ο καρπός τής κουτσουπιάς, χαρούπι, ξυλοκέρατο …   Dictionary of Greek

  • χαρουπιά — (κερατονία η κερατέα, οικογένεια λεγκουμινώδη ή κατ’ άλλους οικογένεια καισαλπινίδες, τάξη λεγκουμινώδη, δικοτυλήδονα). Δέντρο που κατάγεται από την ανατολική Μεσόγειο και ζει κατά μήκος των εύκρατων παραλιακών περιοχών της Μεσογείου. Oνομάζεται… …   Dictionary of Greek

  • χαρούπι — το, Ν ο καρπός τής χαρουπιάς, ξυλοκέρατο. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. harup] …   Dictionary of Greek

  • κούτσουπο — το ο καρπός της κουτσουπιάς, ξυλοκέρατο, χαρούπι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χαρούπι — το (λ. αραβ.), ο καρπός της χαρουπιάς, το ξυλοκέρατο: Του αρέσει να τρώει χαρούπια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»